Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρηματιστηριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το χρηματιστήριο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρηματιστηριακός < χρηματιστήριο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρηματιστηριακόςχρηματιστηριακήχρηματιστηριακό
Γενικήχρηματιστηριακούχρηματιστηριακήςχρηματιστηριακού
Αιτιατικήχρηματιστηριακόχρηματιστηριακήχρηματιστηριακό
Κλητικήχρηματιστηριακέχρηματιστηριακήχρηματιστηριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρηματιστηριακοίχρηματιστηριακέςχρηματιστηριακά
Γενικήχρηματιστηριακώνχρηματιστηριακώνχρηματιστηριακών
Αιτιατικήχρηματιστηριακούςχρηματιστηριακέςχρηματιστηριακά
Κλητικήχρηματιστηριακοίχρηματιστηριακέςχρηματιστηριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →