χρηματιστηριακός
•
- που έχει σχέση με το χρηματιστήριο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματιστηριακός < χρηματιστήριο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματιστηριακός | χρηματιστηριακή | χρηματιστηριακό |
| Γενική | χρηματιστηριακού | χρηματιστηριακής | χρηματιστηριακού |
| Αιτιατική | χρηματιστηριακό | χρηματιστηριακή | χρηματιστηριακό |
| Κλητική | χρηματιστηριακέ | χρηματιστηριακή | χρηματιστηριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματιστηριακοί | χρηματιστηριακές | χρηματιστηριακά |
| Γενική | χρηματιστηριακών | χρηματιστηριακών | χρηματιστηριακών |
| Αιτιατική | χρηματιστηριακούς | χρηματιστηριακές | χρηματιστηριακά |
| Κλητική | χρηματιστηριακοί | χρηματιστηριακές | χρηματιστηριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →