χρονογράφημα
•
- λογοτεχνίαδημοσιογραφικό κείμενο με επίκαιρο χαρακτήρα, που σχολιάζει με εύθυμο τρόπο και παιγνιώδη, ειρωνική διάθεση, ποικίλα κοινωνικά, πολιτιστικά ή πολιτικά θέματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονογράφημα < χρονογραφώ, χρονογραφη- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρονογράφημα | χρονογραφήματα |
| Γενική | χρονογραφήματος | χρονογραφημάτων |
| Αιτιατική | χρονογράφημα | χρονογραφήματα |
| Κλητική | χρονογράφημα | χρονογραφήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →