χρονογράφος
•
- λογοτεχνίαο συγγραφέας μιας χρονογραφίας Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαο συγγραφέας ενός χρονογραφήματος Βικιλεξικό
- συσκευήτο ρολόι που παρέχει και λειτουργία χρονομέτρησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονογράφος < χρονο- + -γράφος :* για χρονογραφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρονογράφος :* για χρονογράφημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρονογράφος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική chroniqueur
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →