Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυμώδης

/çi.ˈmo.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολλούς χυμούς Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει έντονες καμπύλες και έντονη θηλυκότητα και αισθησιασμό Βικιλεξικό
    • Μοναδική του σύμμαχος η χυμώδης τηλεοπτική περσόνα και ερωμένη του υφυπουργού Οικονομικών Έλλη Καμπάνη που αλλάζει στρατόπεδο εν μία νυκτί με ένα και μόνο στόχο: ν’ αποδείξει πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό, σαν την ίδια. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
  3. μεταφορικάπου είναι πλούσιος σε εκφραστικά μέσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χυμώδης < ελληνιστική κοινή χυμώδης < αρχαία ελληνική χυμός < χέω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική juicy)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχυμώδηςχυμώδηςχυμώδες
Γενικήχυμώδουςχυμώδουςχυμώδους
Αιτιατικήχυμώδηχυμώδηχυμώδες
Κλητικήχυμώδη / χυμώδηςχυμώδηςχυμώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχυμώδειςχυμώδειςχυμώδη
Γενικήχυμωδώνχυμωδώνχυμωδών
Αιτιατικήχυμώδειςχυμώδειςχυμώδη
Κλητικήχυμώδειςχυμώδειςχυμώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →