χυμώδης
•
- που έχει πολλούς χυμούς Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει έντονες καμπύλες και έντονη θηλυκότητα και αισθησιασμό Βικιλεξικό
- Μοναδική του σύμμαχος η χυμώδης τηλεοπτική περσόνα και ερωμένη του υφυπουργού Οικονομικών Έλλη Καμπάνη που αλλάζει στρατόπεδο εν μία νυκτί με ένα και μόνο στόχο: ν’ αποδείξει πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό, σαν την ίδια. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- μεταφορικάπου είναι πλούσιος σε εκφραστικά μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυμώδης < ελληνιστική κοινή χυμώδης < αρχαία ελληνική χυμός < χέω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική juicy)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χυμώδης | χυμώδης | χυμώδες |
| Γενική | χυμώδους | χυμώδους | χυμώδους |
| Αιτιατική | χυμώδη | χυμώδη | χυμώδες |
| Κλητική | χυμώδη / χυμώδης | χυμώδης | χυμώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χυμώδεις | χυμώδεις | χυμώδη |
| Γενική | χυμωδών | χυμωδών | χυμωδών |
| Αιτιατική | χυμώδεις | χυμώδεις | χυμώδη |
| Κλητική | χυμώδεις | χυμώδεις | χυμώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →