χόρδισμα
•
- λόγιοτο τέντωμα των χορδών ενός έγχορδου οργάνου, ώστε να αποδίδεται η επιθυμητή τονικότητα και αρμονία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χόρδισμα < (κουρντίζω > κουρδίζω > κούρδισμα) λογιότερο χορδίζω, χορδισ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χόρδισμα | χορδίσματα |
| Γενική | χορδίσματος | χορδισμάτων |
| Αιτιατική | χόρδισμα | χορδίσματα |
| Κλητική | χόρδισμα | χορδίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →