κουρδίζω
•
- συσπειρώνω το ελατήριο που χρησιμοποιείται για να δίνει ενέργεια σε ρολόι ή άλλο μηχανισμό Βικιλεξικό
- μουσικήρυθμίζω μουσικό όργανο ώστε να παράγει τις νότες στον επιθυμητό τόνο Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιεγείρω, τσιγκλάω κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρδίζω < μεσαιωνική ελληνική κουρντίζω και κουρδίζω < χορδή ή λατινικό corda < χορδή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουρδίζω | κουρδίζεις | κουρδίζει | κουρδίζουμε | κουρδίζετε | κουρδίζουν / κουρδίζουνε |
| Παρατατικός | κούρδιζα | κούρδιζες | κούρδιζε | κουρδίζαμε | κουρδίζατε | κουρδίζαν / κουρδίζανε / κούρδιζαν |
| Αόριστος | κούρδισα | κούρδισες | κούρδισε | κουρδίσαμε | κουρδίσατε | κουρδίσαν / κουρδίσανε / κούρδισαν |
| Μέλλοντας | θα κουρδίζω / θα κουρδίσω | θα κουρδίζεις / θα κουρδίσεις | θα κουρδίζει / θα κουρδίσει | θα κουρδίζουμε / θα κουρδίσουμε | θα κουρδίζετε / θα κουρδίσετε | θα κουρδίζουν / θα κουρδίζουνε / θα κουρδίσουν / θα κουρδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουρδίσει | έχεις κουρδίσει | έχει κουρδίσει | έχουμε κουρδίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουρδίσει | είχες κουρδίσει | είχε κουρδίσει | είχαμε κουρδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουρδίσει / να κουρδίζω / να κουρδίσω | να έχεις κουρδίσει / να κουρδίζεις / να κουρδίσεις | να έχει κουρδίσει / να κουρδίζει / να κουρδίσει | να έχουμε κουρδίσει / να κουρδίζουμε / να κουρδίσουμε | να κουρδίζετε / να κουρδίσετε | να κουρδίζουν / να κουρδίζουνε / να κουρδίσουν / να κουρδίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κουρδισμένο / κούρδιζε / κούρδισε | — | — | κουρδίζετε / κουρδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →