χύμευση
•
- σπάνιοη ανάμειξη, η σύμμειξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χύμευση < ελληνιστική κοινή χύμευσις < χυμεύω < αρχαία ελληνική χυμός < χέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χύμευση | χυμεύσεις |
| Γενική | χύμευσης | χυμεύσεων |
| Αιτιατική | χύμευση | χυμεύσεις |
| Κλητική | χύμευση | χυμεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →