Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψάχνω

ρήμα
•
  1. προσπαθώ να βρω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Τον έψαχνα σε όλη τη γειτονιά.
    • Ψάχνω να βρω στοιχεία στο διαδίκτυο για την εργασία μου.
  2. ερευνώ (π.χ. ένα χώρο) προσπαθώντας να βρω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Εκεί μας έγδυσαν τελείως για να μας ψάξουνε. Όπως ήμασταν γδυτοί, μας ψάχνανε τα ρούχα. (Λάμπρος Τόκας, Τα παιδιά του Φλεβάρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
    • Έψαξε τις τσέπες του προσπαθώντας να βρει ανάμεσα στα κέρματα το κλειδί του.
    • τον έψαξαν στο αεροδρόμιο (του έκαναν σωματική έρευνα)
  3. επιπλέον σημασίες στην παθητική φωνή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψάχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψάχνω < αρχαία ελληνική ψαύω από το ουρανικό θέμα του παρακειμένου ἔψαυκα του ψαύω (κατά το διώκω που έγινε διώχνω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψάχνωψάχνειςψάχνειψάχνουμεψάχνετεψάχνουν / ψάχνουνε
Παρατατικόςέψαχναέψαχνεςέψαχνεψάχναμεψάχνατεέψαχναν / ψάχναν / ψάχνανε
Αόριστοςέψαξαέψαξεςέψαξεψάξαμεψάξατεέψαξαν / ψάξαν / ψάξανε
Μέλλονταςθα ψάξω / θα ψάχνωθα ψάξεις / θα ψάχνειςθα ψάξει / θα ψάχνειθα ψάξουμε / θα ψάχνουμεθα ψάξετε / θα ψάχνετεθα ψάξουν / θα ψάξουνε / θα ψάχνουν / θα ψάχνουνε
Παρακείμενοςέχω ψάξειέχεις ψάξει————
Υπερσυντέλικοςείχα ψάξειείχες ψάξει————
Υποτακτικήνα έχω ψάξει / να ψάξω / να ψάχνωνα έχεις ψάξει / να ψάξεις / να ψάχνειςνα ψάξει / να ψάχνεινα ψάξουμε / να ψάχνουμενα ψάξετε / να ψάχνετενα ψάξουν / να ψάξουνε / να ψάχνουν / να ψάχνουνε
Προστακτική—έχε ψαγμένο / ψάξε / ψάχνε——ψάξτε / ψάχνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ψάχτηκαψάχνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →