ψαγμένος
•
- που τον έχουν ψάξει (π.χ. σε σωματική έρευνα σε κρατητήριο) Βικιλεξικό
- Άσ' τονε αυτόν, συνάδελφε, είναι ψαγμένος, δεν υπάρχει κάτι... (του έχει κάνει σωματική έρευνα άλλος αστυνομικός)
- νεολογισμόςγια το άτομο που δεν είναι αφελές ή επιπόλαιο, που έχει διερευνητική στάση στη ζωή ή έχει πολλές εμπειρίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψάχνω
Άλλοι τύποι
ψαγμέναψαγμένεψαγμένεςψαγμένηψαγμένηςψαγμένοψαγμένοιψαγμένοςψαγμένουψαγμένουςψαγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →