Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψαγμένος

/psaɣˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν ψάξει (π.χ. σε σωματική έρευνα σε κρατητήριο) Βικιλεξικό
    • Άσ' τονε αυτόν, συνάδελφε, είναι ψαγμένος, δεν υπάρχει κάτι... (του έχει κάνει σωματική έρευνα άλλος αστυνομικός)
  2. νεολογισμόςγια το άτομο που δεν είναι αφελές ή επιπόλαιο, που έχει διερευνητική στάση στη ζωή ή έχει πολλές εμπειρίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψάχνω

Άλλοι τύποι

ψαγμέναψαγμένεψαγμένεςψαγμένηψαγμένηςψαγμένοψαγμένοιψαγμένοςψαγμένουψαγμένουςψαγμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →