Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψαράς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που έχει ως επάγγελμα το ψάρεμα, καθώς και αυτός που ψαρεύει για την ευχαρίστησή του Βικιλεξικό
    • Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. αυτός που πουλάει ψάρια και άλλα θαλασσινά, ο ιχθυοπώλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψαράς < μεσαιωνική ελληνική ὀψαρᾶς < ὀψάριον < ὄψον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψαράςψαράδες
Γενικήψαράψαράδων
Αιτιατικήψαράψαράδες
Κλητικήψαράψαράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →