ψεκασμός
•
- βοτανικήτο να ραντίζει κάποιος ένα υγρό διάλυμα ή αιώρημα από φυτοφάρμακο με ψεκαστήρα, με σκοπό την πρόληψη ή την καταπολέμηση των ασθενειών που πλήττουν τα φυτά Βικιλεξικό
- μέθοδος εφυάλωσης μεταλλικών ή πήλινων σκευών, που συνίσταται στην εκτόξευση σμάλτου με ειδική συσκευή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψεκασμός < μεσαιωνική ελληνική ψεκασμός < ψεκάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψεκασμός | ψεκασμοί |
| Γενική | ψεκασμού | ψεκασμών |
| Αιτιατική | ψεκασμό | ψεκασμούς |
| Κλητική | ψεκασμέ | ψεκασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →