Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφιακός

/psi.fi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαπου καταχωρίζει, επεξεργάζεται ή μεταφέρει δεδομένα με αριθμητικά ψηφία ή ειδικά σήματα Βικιλεξικό
  2. που εμφανίζει πληροφορίες με ψηφία (αριθμούς ή γράμματα) πάνω σε ειδική πλάκα Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήπου λαμβάνει συγκεκριμένες, διακριτές τιμές (στάθμες), από πεπερασμένο σύνολο τιμών, κατάλληλα επιλεγμένων ώστε να μπορούν να αναπαρασταθούν από λέξεις των ψηφίων 0 και 1 Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψηφιακός < ψηφίο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική digital)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψηφιακόςψηφιακήψηφιακό
Γενικήψηφιακούψηφιακήςψηφιακού
Αιτιατικήψηφιακόψηφιακήψηφιακό
Κλητικήψηφιακέψηφιακήψηφιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψηφιακοίψηφιακέςψηφιακά
Γενικήψηφιακώνψηφιακώνψηφιακών
Αιτιατικήψηφιακούςψηφιακέςψηφιακά
Κλητικήψηφιακοίψηφιακέςψηφιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →