ψηφοθετώ
•
- φτιάχνω ψηφιδωτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψηφοθετώ < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψηφοθετώ | ψηφοθετείς | ψηφοθετεί | ψηφοθετούμε | ψηφοθετείτε | ψηφοθετούν / ψηφοθετούνε |
| Παρατατικός | ψηφοθετούσα | ψηφοθετούσες | ψηφοθετούσε | ψηφοθετούσαμε | ψηφοθετούσατε | ψηφοθετούσαν / ψηφοθετούσανε |
| Αόριστος | ψηφοθέτησα | ψηφοθέτησες | ψηφοθέτησε | ψηφοθετήσαμε | ψηφοθετήσατε | ψηφοθέτησαν / ψηφοθετήσαν / ψηφοθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα ψηφοθετήσω / θα ψηφοθετώ | θα ψηφοθετήσεις / θα ψηφοθετείς | θα ψηφοθετήσει / θα ψηφοθετεί | θα ψηφοθετήσουμε / θα ψηφοθετούμε | θα ψηφοθετήσετε / θα ψηφοθετείτε | θα ψηφοθετήσουν / θα ψηφοθετήσουνε / θα ψηφοθετούν / θα ψηφοθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψηφοθετήσει | έχεις ψηφοθετήσει | έχει ψηφοθετήσει | έχουμε ψηφοθετήσει | έχετε ψηφοθετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψηφοθετήσει | είχες ψηφοθετήσει | είχε ψηφοθετήσει | είχαμε ψηφοθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσω / να ψηφοθετώ | να έχεις ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσεις / να ψηφοθετείς | να έχει ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσει / να ψηφοθετεί | να έχουμε ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσουμε / να ψηφοθετούμε | να έχετε ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσετε / να ψηφοθετείτε | να ψηφοθετήσουν / να ψηφοθετήσουνε / να ψηφοθετούν / να ψηφοθετούνε |
| Προστακτική | — | ψηφοθέτει / ψηφοθέτησε | — | — | ψηφοθετήστε / ψηφοθετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →