Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφοθετώ

ρήμα
•
  1. φτιάχνω ψηφιδωτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψηφοθετώ < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψηφοθετώψηφοθετείςψηφοθετείψηφοθετούμεψηφοθετείτεψηφοθετούν / ψηφοθετούνε
Παρατατικόςψηφοθετούσαψηφοθετούσεςψηφοθετούσεψηφοθετούσαμεψηφοθετούσατεψηφοθετούσαν / ψηφοθετούσανε
Αόριστοςψηφοθέτησαψηφοθέτησεςψηφοθέτησεψηφοθετήσαμεψηφοθετήσατεψηφοθέτησαν / ψηφοθετήσαν / ψηφοθετήσανε
Μέλλονταςθα ψηφοθετήσω / θα ψηφοθετώθα ψηφοθετήσεις / θα ψηφοθετείςθα ψηφοθετήσει / θα ψηφοθετείθα ψηφοθετήσουμε / θα ψηφοθετούμεθα ψηφοθετήσετε / θα ψηφοθετείτεθα ψηφοθετήσουν / θα ψηφοθετήσουνε / θα ψηφοθετούν / θα ψηφοθετούνε
Παρακείμενοςέχω ψηφοθετήσειέχεις ψηφοθετήσειέχει ψηφοθετήσειέχουμε ψηφοθετήσειέχετε ψηφοθετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ψηφοθετήσειείχες ψηφοθετήσειείχε ψηφοθετήσειείχαμε ψηφοθετήσει——
Υποτακτικήνα έχω ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσω / να ψηφοθετώνα έχεις ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσεις / να ψηφοθετείςνα έχει ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσει / να ψηφοθετείνα έχουμε ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσουμε / να ψηφοθετούμενα έχετε ψηφοθετήσει / να ψηφοθετήσετε / να ψηφοθετείτενα ψηφοθετήσουν / να ψηφοθετήσουνε / να ψηφοθετούν / να ψηφοθετούνε
Προστακτική—ψηφοθέτει / ψηφοθέτησε——ψηφοθετήστε / ψηφοθετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →