ψιθυρίζω
•
- μιλάω με σχεδόν κλειστές τις φωνητικές χορδές, ώστε να ακούγομαι σιγά Βικιλεξικό
- παθητική φωνήψιθυρίζεται: φημολογείται, ακούγεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιθυρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψιθυρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψιθυρίζω | ψιθυρίζεις | ψιθυρίζει | ψιθυρίζουμε | ψιθυρίζετε | ψιθυρίζουν / ψιθυρίζουνε |
| Παρατατικός | ψιθύριζα | ψιθύριζες | ψιθύριζε | ψιθυρίζαμε | ψιθυρίζατε | ψιθυρίζαν / ψιθυρίζανε / ψιθύριζαν |
| Αόριστος | ψιθύρισα | ψιθύρισες | ψιθύρισε | ψιθυρίσαμε | ψιθυρίσατε | ψιθυρίσαν / ψιθυρίσανε / ψιθύρισαν |
| Μέλλοντας | θα ψιθυρίζω / θα ψιθυρίσω | θα ψιθυρίζεις / θα ψιθυρίσεις | θα ψιθυρίζει / θα ψιθυρίσει | θα ψιθυρίζουμε / θα ψιθυρίσουμε | θα ψιθυρίζετε / θα ψιθυρίσετε | θα ψιθυρίζουν / θα ψιθυρίζουνε / θα ψιθυρίσουν / θα ψιθυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψιθυρίσει | έχεις ψιθυρίσει | έχει ψιθυρίσει | έχουμε ψιθυρίσει | έχετε ψιθυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψιθυρίσει | είχες ψιθυρίσει | είχε ψιθυρίσει | είχαμε ψιθυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψιθυρίσει / να ψιθυρίζω / να ψιθυρίσω | να έχεις ψιθυρίσει / να ψιθυρίζεις / να ψιθυρίσεις | να έχει ψιθυρίσει / να ψιθυρίζει / να ψιθυρίσει | να έχουμε ψιθυρίσει / να ψιθυρίζουμε / να ψιθυρίσουμε | να έχετε ψιθυρίσει / να ψιθυρίζετε / να ψιθυρίσετε | να ψιθυρίζουν / να ψιθυρίζουνε / να ψιθυρίσουν / να ψιθυρίσουνε |
| Προστακτική | — | ψιθύριζε / ψιθύρισε | — | — | ψιθυρίζετε / ψιθυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →