Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψιθύρισμα

/psiˈθi.ɾi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια του ψιθυρίζω Βικιλεξικό
  2. λόγος που εκφέρεται με πολύ σιγανή φωνή Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάήχος πολύ χαμηλής έντασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψιθύρισμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψιθύρισμα. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα ψιθυρισ- του ψιθυρίζω + -μα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψιθύρισμαψιθυρίσματα
Γενικήψιθυρίσματοςψιθυρισμάτων
Αιτιατικήψιθύρισμαψιθυρίσματα
Κλητικήψιθύρισμαψιθυρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →