ψοφώ
•
- αμετάβατοπεθαίνω Βικιλεξικό
- αμετάβατοπεθαίνω, χρησιμοποιείται ως ένδειξη απέχθειας για τον νεκρό Βικιλεξικό
- δε λέει να ψοφήσει ο παλιάνθρωπος
- αμετάβατοπεθαίνω, έχω φτάσει σε ακραίο σημείο εξάντλησης Βικιλεξικό
- ψοφάει στην πείνα
- μεταφορικάπεθαίνω, μου αρέσει κάτι πάρα πολύ Βικιλεξικό
- ψοφάει για παρέα
- μεταβατικόπροκαλώ το θάνατο Βικιλεξικό
- μεταβατικόεξουθενώνω σωματικά, προκαλώ πολύ μεγάλη κούραση Βικιλεξικό
- τον ψόφησε στη δουλειά
Ετυμολογία
ψοφώ < (ελληνιστική κοινή) ψοφῶ (για ζώο), (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψοφῶ, συνηρημένο του ψοφέω (κροτώ). Συγκρίνετε και με τη λατινική crepare (κάνω κρότο) και κρεπάρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψοφάω / ψοφώ | ψοφάς | ψοφά / ψοφάει | ψοφάμε / ψοφούμε | ψοφάτε | ψοφάν / ψοφάνε / ψοφούν / ψοφούνε |
| Παρατατικός | ψοφούσα | ψοφούσες | ψοφούσε | ψοφούσαμε | ψοφούσατε | ψοφούσαν / ψοφούσανε |
| Αόριστος | ψόφησα | ψόφησες | ψόφησε | ψοφήσαμε | ψοφήσατε | ψοφήσαν / ψοφήσανε / ψόφησαν |
| Μέλλοντας | θα ψοφάω / θα ψοφήσω / θα ψοφώ | θα ψοφάς / θα ψοφήσεις | θα ψοφά / θα ψοφάει / θα ψοφήσει | θα ψοφάμε / θα ψοφήσουμε / θα ψοφούμε | θα ψοφάτε / θα ψοφήσετε | θα ψοφάν / θα ψοφάνε / θα ψοφήσουν / θα ψοφήσουνε / θα ψοφούν / θα ψοφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψοφήσει | έχεις ψοφήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψοφήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψοφήσει / να ψοφάω / να ψοφήσω / να ψοφώ | να έχεις ψοφήσει / να ψοφάς / να ψοφήσεις | να ψοφά / να ψοφάει / να ψοφήσει | να ψοφάμε / να ψοφήσουμε / να ψοφούμε | να ψοφάτε / να ψοφήσετε | να ψοφάν / να ψοφάνε / να ψοφήσουν / να ψοφήσουνε / να ψοφούν / να ψοφούνε |
| Προστακτική | — | ψόφα / ψόφαγε / ψόφησε | — | — | ψοφάτε / ψοφήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →