ψυχαναγκάζω
•
- επιβάλλω ψυχαναγκασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχαναγκάζω < ψυχ- + αναγκάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψυχαναγκάζω | ψυχαναγκάζεις | ψυχαναγκάζει | ψυχαναγκάζουμε | ψυχαναγκάζετε | ψυχαναγκάζουν / ψυχαναγκάζουνε |
| Παρατατικός | ψυχανάγκαζα | ψυχανάγκαζες | ψυχανάγκαζε | ψυχαναγκάζαμε | ψυχαναγκάζατε | ψυχανάγκαζαν / ψυχαναγκάζαν / ψυχαναγκάζανε |
| Αόριστος | ψυχανάγκασα | ψυχανάγκασες | ψυχανάγκασε | ψυχαναγκάσαμε | ψυχαναγκάσατε | ψυχανάγκασαν / ψυχαναγκάσαν / ψυχαναγκάσανε |
| Μέλλοντας | θα ψυχαναγκάζω / θα ψυχαναγκάσω | θα ψυχαναγκάζεις / θα ψυχαναγκάσεις | θα ψυχαναγκάζει / θα ψυχαναγκάσει | θα ψυχαναγκάζουμε / θα ψυχαναγκάσουμε | θα ψυχαναγκάζετε / θα ψυχαναγκάσετε | θα ψυχαναγκάζουν / θα ψυχαναγκάζουνε / θα ψυχαναγκάσουν / θα ψυχαναγκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψυχαναγκάσει | έχεις ψυχαναγκάσει | έχει ψυχαναγκάσει | έχουμε ψυχαναγκάσει | έχετε ψυχαναγκάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψυχαναγκάσει | είχες ψυχαναγκάσει | είχε ψυχαναγκάσει | είχαμε ψυχαναγκάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζω / να ψυχαναγκάσω | να έχεις ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζεις / να ψυχαναγκάσεις | να έχει ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζει / να ψυχαναγκάσει | να έχουμε ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζουμε / να ψυχαναγκάσουμε | να έχετε ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζετε / να ψυχαναγκάσετε | να ψυχαναγκάζουν / να ψυχαναγκάζουνε / να ψυχαναγκάσουν / να ψυχαναγκάσουνε |
| Προστακτική | — | ψυχανάγκαζε / ψυχανάγκασε | — | — | ψυχαναγκάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψυχαναγκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →