Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχαναγκάζω

ρήμα
•
  1. επιβάλλω ψυχαναγκασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχαναγκάζω < ψυχ- + αναγκάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψυχαναγκάζωψυχαναγκάζειςψυχαναγκάζειψυχαναγκάζουμεψυχαναγκάζετεψυχαναγκάζουν / ψυχαναγκάζουνε
Παρατατικόςψυχανάγκαζαψυχανάγκαζεςψυχανάγκαζεψυχαναγκάζαμεψυχαναγκάζατεψυχανάγκαζαν / ψυχαναγκάζαν / ψυχαναγκάζανε
Αόριστοςψυχανάγκασαψυχανάγκασεςψυχανάγκασεψυχαναγκάσαμεψυχαναγκάσατεψυχανάγκασαν / ψυχαναγκάσαν / ψυχαναγκάσανε
Μέλλονταςθα ψυχαναγκάζω / θα ψυχαναγκάσωθα ψυχαναγκάζεις / θα ψυχαναγκάσειςθα ψυχαναγκάζει / θα ψυχαναγκάσειθα ψυχαναγκάζουμε / θα ψυχαναγκάσουμεθα ψυχαναγκάζετε / θα ψυχαναγκάσετεθα ψυχαναγκάζουν / θα ψυχαναγκάζουνε / θα ψυχαναγκάσουν / θα ψυχαναγκάσουνε
Παρακείμενοςέχω ψυχαναγκάσειέχεις ψυχαναγκάσειέχει ψυχαναγκάσειέχουμε ψυχαναγκάσειέχετε ψυχαναγκάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ψυχαναγκάσειείχες ψυχαναγκάσειείχε ψυχαναγκάσειείχαμε ψυχαναγκάσει——
Υποτακτικήνα έχω ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζω / να ψυχαναγκάσωνα έχεις ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζεις / να ψυχαναγκάσειςνα έχει ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζει / να ψυχαναγκάσεινα έχουμε ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζουμε / να ψυχαναγκάσουμενα έχετε ψυχαναγκάσει / να ψυχαναγκάζετε / να ψυχαναγκάσετενα ψυχαναγκάζουν / να ψυχαναγκάζουνε / να ψυχαναγκάσουν / να ψυχαναγκάσουνε
Προστακτική—ψυχανάγκαζε / ψυχανάγκασε——ψυχαναγκάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ψυχαναγκάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →