ψυχαναγκασμός
•
- η επιβολή της θέλησης ενός σε κάποιον άλλον με άσκηση ψυχολογικής πίεσης Βικιλεξικό
- ψυχολογίαη σκέψη μιας ιδέας, ενός αισθήματος, μιας τάσης που, ενώ πηγάζει από τον ψυχισμό ενός ατόμου, αντιμετωπίζεται ως αντίθετο του Εγώ του, χωρίς ωστόσο να μπορεί να την περιορίσει ή να απαλλαγεί από αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχαναγκασμός < ψυχή + αναγκάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχαναγκασμός | ψυχαναγκασμοί |
| Γενική | ψυχαναγκασμού | ψυχαναγκασμών |
| Αιτιατική | ψυχαναγκασμό | ψυχαναγκασμούς |
| Κλητική | ψυχαναγκασμέ | ψυχαναγκασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →