Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχοπονιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ψυχοπονιάρης, ο ψυχόπονος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχοπονιάρικος < ψυχοπονιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχοπονιάρικοςψυχοπονιάρικηψυχοπονιάρικο
Γενικήψυχοπονιάρικουψυχοπονιάρικηςψυχοπονιάρικου
Αιτιατικήψυχοπονιάρικοψυχοπονιάρικηψυχοπονιάρικο
Κλητικήψυχοπονιάρικεψυχοπονιάρικηψυχοπονιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχοπονιάρικοιψυχοπονιάρικεςψυχοπονιάρικα
Γενικήψυχοπονιάρικωνψυχοπονιάρικωνψυχοπονιάρικων
Αιτιατικήψυχοπονιάρικουςψυχοπονιάρικεςψυχοπονιάρικα
Κλητικήψυχοπονιάρικοιψυχοπονιάρικεςψυχοπονιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →