Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψύχος

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αίσθημα που προκαλείται από τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες Βικιλεξικό
    • ο κατιφές δεν αγαπά το ψύχος αλλά η λεβάντα αντέχει και στα ψύχη και στις ζέστες

Ετυμολογία

ψύχος < αρχαία ελληνική ψῦχος < ψύχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψύχοςψύχη
Γενικήψύχουςψυχών
Αιτιατικήψύχοςψύχη
Κλητικήψύχοςψύχη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ψυχός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τελετουργικός εορτασμός προς τιμήν των ψυχών τεθνεώτων προσφιλών προσώπων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχός < ψυχ(ή) + -ός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψυχός—
Γενικήψυχού—
Αιτιατικήψυχό—
Κλητικήψυχέ—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →