ωρολογοποιία
•
- η τέχνη, η βιομηχανία και το εμπόριο που σχετίζονται με την κατασκευή ρολογιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωρολογοποιία < ωρολόγ(ιον) + -ποιία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωρολογοποιία | ωρολογοποιίες |
| Γενική | ωρολογοποιίας | ωρολογοποιιών |
| Αιτιατική | ωρολογοποιία | ωρολογοποιίες |
| Κλητική | ωρολογοποιία | ωρολογοποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →