Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ὡρολογοποιός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσαο ωρολογοποιός, ο ρολογάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ὡρολογοποιός < ὡρολόγ(ιον) + -ο- + -ποιός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ωρολογοποιός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο κατασκευαστής, επισκευαστής και έμπορος ρολογιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωρολογοποιός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὡρολογοποιός < (ελληνιστική κοινή) ὡρολόγιον, ωρολόγ(ιο) + -ο- + -ποιός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωρολογοποιόςωρολογοποιοί
Γενικήωρολογοποιούωρολογοποιών
Αιτιατικήωρολογοποιόωρολογοποιούς
Κλητικήωρολογοποιέωρολογοποιοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →