ρολόι
•
- κάθε συσκευή μέτρησης των διαστημάτων του χρόνου που είναι μικρότερα της μέρας Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάψηλό κτήριο στο οποίο είναι τοποθετημένο ένα μηχανικό ρολόι Βικιλεξικό
- κάθε μετρητής, συσκευή που μετράει τιμές πχ. την πίεση, την ποσότητα καυσίμων, την κατανάλωση νερού, ρεύματος κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρολόι < ρολό(γ)ι με αποβολή του μεσοφωνηεντικού -γ- [ʝ] < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική *ὡρολόγιν < ὡρολόγιον με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος < ελληνιστική κοινή ὡρολόγιον (ρολόι ηλιακό ή νερού) < → δείτε αρχαία ελληνική ὥρα (ώρα) & λέγω (λέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρολόι | ρολόγια / ρολόια |
| Γενική | ρολογιού / ρολοϊού | ρολογιών / ρολοϊών |
| Αιτιατική | ρολόι | ρολόγια / ρολόια |
| Κλητική | ρολόι | ρολόγια / ρολόια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →