Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωρολογοποιείο

/o.ɾo.lo.ɣo.piˈi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαστήριο ή κατάστημα κατασκευής, επισκευής και εμπορίας ρολογιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωρολογοποιείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὡρολογοποι(εῖον) > -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε ωρολόγ(ιο) στη σημασία: ρολόι) + -ο- + -ποιείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωρολογοποιείοωρολογοποιεία
Γενικήωρολογοποιείουωρολογοποιείων
Αιτιατικήωρολογοποιείοωρολογοποιεία
Κλητικήωρολογοποιείοωρολογοποιεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →