Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωσμωτικός

/o.zmo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ώσμωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωσμωτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική osmotique ή από την (λόγιο δάνειο) αγγλική osmotic < αρχαία ελληνική ὠσμός (< ὠθέω). Μορφολογικά αναλύεται σε ώσμω(ση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωσμωτικόςωσμωτικήωσμωτικό
Γενικήωσμωτικούωσμωτικήςωσμωτικού
Αιτιατικήωσμωτικόωσμωτικήωσμωτικό
Κλητικήωσμωτικέωσμωτικήωσμωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωσμωτικοίωσμωτικέςωσμωτικά
Γενικήωσμωτικώνωσμωτικώνωσμωτικών
Αιτιατικήωσμωτικούςωσμωτικέςωσμωτικά
Κλητικήωσμωτικοίωσμωτικέςωσμωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →