Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωτιαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τα ώτα, τα αφτιά Βικιλεξικό
    • ωτιαίος μυς, ωτιαίο και ακουστικό νεύρο

Ετυμολογία

ωτιαίος < ὠτιαῖος στην καθαρεύουσα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωτιαίοςωτιαίαωτιαίο
Γενικήωτιαίουωτιαίαςωτιαίου
Αιτιατικήωτιαίοωτιαίαωτιαίο
Κλητικήωτιαίεωτιαίαωτιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωτιαίοιωτιαίεςωτιαία
Γενικήωτιαίωνωτιαίωνωτιαίων
Αιτιατικήωτιαίουςωτιαίεςωτιαία
Κλητικήωτιαίοιωτιαίεςωτιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →