ωτικός
•
- ο σχετικός με τα ώτα, τα αφτιά, ακουστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωτικός < ὠτικός στην καθαρεύουσα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωτικός | ωτική | ωτικό |
| Γενική | ωτικού | ωτικής | ωτικού |
| Αιτιατική | ωτικό | ωτική | ωτικό |
| Κλητική | ωτικέ | ωτική | ωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωτικοί | ωτικές | ωτικά |
| Γενική | ωτικών | ωτικών | ωτικών |
| Αιτιατική | ωτικούς | ωτικές | ωτικά |
| Κλητική | ωτικοί | ωτικές | ωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →