ωφέλιμος
•
- που ωφελεί, που φέρει ωφέλεια Βικιλεξικό
- Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω / να είμαι στη χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου. / Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους— / τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα; / αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Ας φρόντιζαν, 1930)
- Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32^ο αδρανοποιούνται και άνω των 36^ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 https://sedik.gr/arxeio-elaioneon/2020/1864-kausones-enantion-elias-alla-kai-dakou)
Ετυμολογία
ωφέλιμος < αρχαία ελληνική ὠφέλιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωφέλιμος | ωφέλιμη | ωφέλιμο |
| Γενική | ωφέλιμου | ωφέλιμης | ωφέλιμου |
| Αιτιατική | ωφέλιμο | ωφέλιμη | ωφέλιμο |
| Κλητική | ωφέλιμε | ωφέλιμη | ωφέλιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωφέλιμοι | ωφέλιμες | ωφέλιμα |
| Γενική | ωφέλιμων | ωφέλιμων | ωφέλιμων |
| Αιτιατική | ωφέλιμους | ωφέλιμες | ωφέλιμα |
| Κλητική | ωφέλιμοι | ωφέλιμες | ωφέλιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →