Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όμορος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για κράτη ή περιοχέςπου συνορεύει με Βικιλεξικό

Ετυμολογία

όμορος < αρχαία ελληνική ὅμορος < ὁμός + όριο, ὅρος (με την έννοια εύρος ισχύος, όχι βουνό)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόμοροςόμορηόμορο
Γενικήόμορουόμορηςόμορου
Αιτιατικήόμοροόμορηόμορο
Κλητικήόμορεόμορηόμορο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόμοροιόμορεςόμορα
Γενικήόμορωνόμορωνόμορων
Αιτιατικήόμορουςόμορεςόμορα
Κλητικήόμοροιόμορεςόμορα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →