όναγρος
•
- θηλαστικό ζώοείδος άγριου γαϊδάρου (equus onager) Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςείδος καταπέλτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όναγρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὄναγρος < αρχαία ελληνική ὄνος + ἄγριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όναγρος | όναγροι |
| Γενική | ονάγρου / όναγρου | ονάγρων / όναγρων |
| Αιτιατική | όναγρο | ονάγρους / όναγρους |
| Κλητική | όναγρε | όναγροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →