όπιο
•
- είδος ναρκωτικού που παράγεται από κάποιο είδος παπαρούνας με κατάλληλη επεξεργασία Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε σε αποκοιμίζει και σε εφησυχάζει, στρέφοντας την προσοχή και το ενδιαφέρον σου από τα σημαντικά σε ασήμαντα και δευτερεύοντα Βικιλεξικό
- Στα χρόνια του Μαρξ, το όπιο του λαού ήταν η θρησκεία. Σήμερα είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. (*)
Ετυμολογία
όπιο < ελληνιστική κοινή ὄπιον < αρχαία ελληνική ὀπός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όπιο | όπια |
| Γενική | οπίου / όπιου | οπίων / όπιων |
| Αιτιατική | όπιο | όπια |
| Κλητική | όπιο | όπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →