Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ὕπανδρος

/ˈi.pan.ðros/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσαύπανδρος, έγγαμος Βικιλεξικό
    • 1897 ⌘ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἔρως-Ἥρως

Ετυμολογία

ὕπανδρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕπανδρος : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: ύπανδρος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ύπανδρος

/ˈi.pan.ðɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπαντρεμένος Βικιλεξικό
    • Οι ελληνικές αρχές ζήτησαν τα χαρτιά...«Ηλικία;» ερώτησαν. Ετών είκοσι εφτά» είπα... «Ύπανδρος;» «Χήρα». (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • «Αλήθεια είστε ύπανδρος; Αρραβωνιασμένος;» «Ελεύθερος ... » «Λαμπρά! Θα μας κάνετε την τιμή να δειπνήσετε απόψε μαζί μας;» (Χ.Α. Χωμενίδης, Νίκη, εκδ. Πατάκης, 2014)

Ετυμολογία

ύπανδρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕπανδρος < ὑπό + ἀνήρ (ὑπὸ τὸν ἄνδρα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήύπανδροςύπανδρηύπανδρo / ύπανδρο
Γενικήύπανδρουύπανδρηςύπανδρου
Αιτιατικήύπανδρούπανδρηύπανδρο
Κλητικήύπανδρεύπανδρηύπανδρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήύπανδροιύπανδρεςύπανδρα
Γενικήύπανδρωνύπανδρωνύπανδρων
Αιτιατικήύπανδρουςύπανδρεςύπανδρα
Κλητικήύπανδροιύπανδρεςύπανδρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →