ὕπανδρος
•
- καθαρεύουσαύπανδρος, έγγαμος Βικιλεξικό
- 1897 ⌘ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἔρως-Ἥρως
Ετυμολογία
ὕπανδρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕπανδρος : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: ύπανδρος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →