Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ὑπόθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολυτονική γραφή του υπόθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υπόθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ένα θέμα που μας απασχολεί Βικιλεξικό
    • τι γίνεται με την υπόθεση του σπιτιού;
  2. ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων που εξετάζονται ως ενότητα Βικιλεξικό
    • μια πολύκροτη δικαστική υπόθεση
    • Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-grafei/3906028/dikasimos-to-2035-gia-poia-dikaiosuni-milame/)
    • Η απόφαση στην υπόθεση πολυιδιοκτησίας δεν είναι εύκολα κατανοητή, με την έννοια πως για να ληφθεί σημειώθηκαν μερικά δυσεξήγητα λογικά άλματα, που προκαλούν τεράστιες απορίες.
  3. μία πρόταση με την οποία υποθέτουμε κάτι το οποίο είτε είναι δυνατόν να συμβεί είτε αδύνατο είτε απλώς πιθανό, ώστε να εξετάσουμε ή να δηλώσουμε τα πιθανά αποτελέσματα Βικιλεξικό
    • μην κάνεις υποθέσεις σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα
  4. γραμματικήτο πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπορεί όμως να είναι και ευθεία ερώτηση ή να έχει άλλες μορφές. Βικιλεξικό
  5. λογικήβλ. συνώνυμο εικασία Βικιλεξικό
  6. λογικήτο πρώτο (αριστερό) μέρος της συνεπαγωγής Βικιλεξικό
    • αντώνυμο: συμπέρασμα

Ετυμολογία

υπόθεση < αρχαία ελληνική ὑπόθεσις < ὑποτίθημι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπόθεσηυποθέσεις
Γενικήυπόθεσηςυποθέσεων
Αιτιατικήυπόθεσηυποθέσεις
Κλητικήυπόθεσηυποθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →