Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουνό

/vuˈno/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γεωγραφίαμεγάλο ύψωμα του εδάφους Βικιλεξικό
    • ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν
  2. μεταφορικάμεγάλος φόρτος εργασίας Βικιλεξικό
    • άφησε τη δουλειά να μαζευτεί και τώρα του φαίνεται βουνό
  3. η ορεινή εξοχή Βικιλεξικό
    • πέρσι περάσαμε τις διακοπές μας στο βουνό

Ετυμολογία

βουνό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουνό(ν) < αρχαία ελληνική βουνός (λόφος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβουνόβουνά
Γενικήβουνούβουνών
Αιτιατικήβουνόβουνά
Κλητικήβουνόβουνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →