Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεά

/θeˈa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκή θεότητα Βικιλεξικό
    • Ψάλλε, θεά, τὸν τρομερὸν θυμὸν τοῦ Ἀχιλλέως,
    • πῶς ἔγινε στοὺς Ἀχαιοὺς ἀρχὴ πολλῶν δακρύων·
    • Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
  2. μεταφορικάπολύ όμορφη γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθεάθεές
Γενικήθεάςθεών
Αιτιατικήθεάθεές
Κλητικήθεάθεές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

θέα

/ˈθe.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αυτό που βλέπει κανείς Βικιλεξικό
    • σε κοινή θέα: ώστε να (το) βλέπουν οι πάντες
  2. η ευρεία εικόνα από μακριά ενός φυσικού τοπίου, μιας πόλης κ.λπ Βικιλεξικό
    • ενοικιάζεται δωμάτιο με θέα στη θάλασσα

Ετυμολογία

θέα < αρχαία ελληνική θέα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθέαθέες
Γενικήθέας—
Αιτιατικήθέαθέες
Κλητικήθέαθέες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →