Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθολικός

/ka.θo.liˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο πιστός του καθολικισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθολικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθολικός < καθόλου < καθ- + ὅλου :* για την εκκλησιαστική σημασία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καθολικός < μεσαιωνική λατινική catholicus < ελληνιστική κοινή καθολικός < αρχαία ελληνική καθολικός : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαθολική / καθολικός / καθολικόκαθολικές / καθολικοί / καθολικά
Γενικήκαθολικής / καθολικού / καθολικούκαθολικών / καθολικών / καθολικών
Αιτιατικήκαθολική / καθολικό / καθολικόκαθολικές / καθολικούς / καθολικά
Κλητικήκαθολική / καθολικέ / καθολικόκαθολικές / καθολικοί / καθολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καθολικός

/ka.θo.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε ή περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου Βικιλεξικό
    • Η καθολική αντίσταση του λαού απέναντι στον κατακτητή...
    • Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010)
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)
  2. εκκλησιαστικός όροςσχετικός με τον καθολικισμό Βικιλεξικό
    • η Καθολική Εκκλησία, το καθολικό δόγμα
    • και με θηλυκό καθολικιά στον προφορικό λόγο

Ετυμολογία

καθολικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθολικός < καθόλου < καθ- + ὅλου :* για την εκκλησιαστική σημασία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καθολικός < μεσαιωνική λατινική catholicus < ελληνιστική κοινή καθολικός < αρχαία ελληνική καθολικός : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθολικόςκαθολικήκαθολικό
Γενικήκαθολικούκαθολικήςκαθολικού
Αιτιατικήκαθολικόκαθολικήκαθολικό
Κλητικήκαθολικέκαθολικήκαθολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθολικοίκαθολικέςκαθολικά
Γενικήκαθολικώνκαθολικώνκαθολικών
Αιτιατικήκαθολικούςκαθολικέςκαθολικά
Κλητικήκαθολικοίκαθολικέςκαθολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →