Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λημέρι

/liˈme.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. απόμακρη τοποθεσία όπου ζουν ληστές, κλέφτες επί Τουρκοκρατίας, κρησφύγετο, άντρο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο μέρος όπου συχνάζει κάποιος, το στέκι Βικιλεξικό
    • γύρισε στην πατρίδα μετά από χρόνια και έκανε μια γύρα στα παλιά του λημέρια
    • Ένα από εκείνα τα μεσημέρια της βαρετής και άσκοπης καθαριότητας, δεν ξέρω πώς, μου 'ρθε να πεταχτώ μέχρι το ΚΨΜ της Δεύτερης Μοίρας, να πιω καφέ. Στα παλιά λημέρια! (Θοδωρής Κοντούλης, Τοτε που η πατρίδα-- μου 'κλεινε πονηρά το μάτι: αναμνήσεις από το στρατό : αφήγημα ψυχωφελές και εκτονωτικόν, εκδόσεις Εντός, 1998, σελ. 87)

Ετυμολογία

λημέρι < μεσαιωνική ελληνική ὁλημερίζω + -ι < ελληνιστική κοινή ὁλήμερος < αρχαία ελληνική ὅλος + ἡμέρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλημέριλημέρια
Γενικήλημεριούλημεριών
Αιτιατικήλημέριλημέρια
Κλητικήλημέριλημέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →