Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαλιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόσυνώνυμο του μπουλασίκης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαλιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαλιάρης. Μορφολογικά αναλύεται σε σάλ(ιο) + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαλιάρα / σαλιάρης / σαλιάρικοσαλιάρες / σαλιάρηδες / σαλιάρικα
Γενικήσαλιάρας / σαλιάρη / σαλιάρικουσαλιάρηδων / σαλιάρικων
Αιτιατικήσαλιάρα / σαλιάρη / σαλιάρικοσαλιάρες / σαλιάρηδες / σαλιάρικα
Κλητικήσαλιάρα / σαλιάρη / σαλιάρικοσαλιάρες / σαλιάρηδες / σαλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σαλιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του τρέχουν σάλια από το στόμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαλιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαλιάρης. Μορφολογικά αναλύεται σε σάλ(ιο) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαλιάρηςσαλιάρασαλιάρικο
Γενικήσαλιάρησαλιάραςσαλιάρικου
Αιτιατικήσαλιάρησαλιάρασαλιάρικο
Κλητικήσαλιάρησαλιάρασαλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαλιάρηδεςσαλιάρεςσαλιάρικα
Γενικήσαλιάρηδων—σαλιάρικων
Αιτιατικήσαλιάρηδεςσαλιάρεςσαλιάρικα
Κλητικήσαλιάρηδεςσαλιάρεςσαλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →