σύνταγμα
•
- νομικός όροςο θεμελιώδης νόμος μιας δημοκρατικής πολιτείας Βικιλεξικό
- η βουλή θα ψηφίσει την αναθεώρηση του συντάγματος
- στρατιωτικός όροςμονάδα του στρατού ξηράς, μεγαλύτερη από το τάγμα, που αριθμεί περί τους 1.000 άνδρες Βικιλεξικό
- ο διοικητής του 9ου Συντάγματος επιθεώρησε τους νεοσύλλεκτους
- ιστορικά μνημεία που έχουν συγκεντρωθεί και καταγραφεί συνολικά Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαγλωσσικά στοιχεία που συνδέονται με ιεραρχική σχέση, αποτελώντας ενότητα στο εσωτερικό μιας γλωσσικής μονάδας Βικιλεξικό
- γλυπτικήγλυπτική παράσταση μορφών που αποτελούν σύνολο Βικιλεξικό
- Πρόκειται για δύο μαρμάρινα συντάγματα ιπποδαμαστών […]
Ετυμολογία
σύνταγμα < :* νομικός όρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνταγμα, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική constitution :* στρατιωτικός όρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνταγμα, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική régiment :* μνημείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύνταγμα :* γλωσσολογικός όρος < γαλλική syntagme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνταγμα | συντάγματα |
| Γενική | συντάγματος | συνταγμάτων |
| Αιτιατική | σύνταγμα | συντάγματα |
| Κλητική | σύνταγμα | συντάγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →