υδρόμυλος
•
- λόγιοο νερόμυλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδρόμυλος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὑδρόμυλος < ὕδωρ + μύλος. Συγχρονικά αναλύεται σε υδρό- + μύλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδρόμυλος | υδρόμυλοι |
| Γενική | υδρομύλου / υδρόμυλου | υδρομύλων / υδρόμυλων |
| Αιτιατική | υδρόμυλο | υδρομύλους / υδρόμυλους |
| Κλητική | υδρόμυλε | υδρόμυλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →