άβατος
•
- που δεν μπορεί να προσπελαστεί, που δεν μπορεί κάποιος να τον διαβεί Βικιλεξικό
- Στο Προϊστορικό Νεκροταφείο της Ελευσίνας, όπως λέγεται σήμερα, περιφραγμένο μεν αλλά όχι προσβάσιμο για τους επισκέπτες, μια συστάδα τάφων περικλεισμένη από λιθόκτιστο περίβολο, που δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε έκτοτε, ως άβατος χώρος, θεωρήθηκε από τον αρχαιολόγο Γιώργο Μυλωνά το σημείο ταφής των επτά μυθικών ηγετών.
Ετυμολογία
άβατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄβατος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβατος | άβατη | άβατο |
| Γενική | άβατου | άβατης | άβατου |
| Αιτιατική | άβατο | άβατη | άβατο |
| Κλητική | άβατε | άβατη | άβατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβατοι | άβατες | άβατα |
| Γενική | άβατων | άβατων | άβατων |
| Αιτιατική | άβατους | άβατες | άβατα |
| Κλητική | άβατοι | άβατες | άβατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →