Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άβαφος

/ˈa.va.fos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε βάφτηκε, ο μη βαμμένος Βικιλεξικό
    • αυτός ο τοίχος έμεινε άβαφος
  2. που δε φτιασιδώθηκε, ο μη μακιγιαρισμένος Βικιλεξικό
    • μερικές γυναίκες είναι πιο ωραίες όταν είναι άβαφες
  3. χαρακτηρισμός μετάλλου που δεν έχει ψυχθεί μετά την πυράκτωση ώστε να γίνει ανθεκτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άβαφος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄβαφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβαφοςάβαφηάβαφο
Γενικήάβαφουάβαφηςάβαφου
Αιτιατικήάβαφοάβαφηάβαφο
Κλητικήάβαφεάβαφηάβαφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβαφοιάβαφεςάβαφα
Γενικήάβαφωνάβαφωνάβαφων
Αιτιατικήάβαφουςάβαφεςάβαφα
Κλητικήάβαφοιάβαφεςάβαφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →