Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγελία

/aŋ.ɟeˈli.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διατύπωση και μεταβίβαση μιας είδησης, μηνύματος, πληροφορίας· αναγγελία Βικιλεξικό
  2. συνήθως με σύντομη καταχώριση σε έντυπουποχρεωτική δημοσιοποίηση της τέλεσης μέλλοντος γάμου Βικιλεξικό
  3. συνήθως με σύντομη καταχώριση σε έντυπογνωστοποίηση κοινωνικών γεγονότων, βαπτίσεων, εγκαινίων, κηδειών, αρραβώνων κτλ (οπότε και ονομάζεται κοινή αγγελία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγελία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγγελία (δημόσια διακήρυξη) < ἄγγελος (μαντατοφόρος), ἀγγέλλω (ανακοινώνω, διακηρύττω, μεταφέρω ειδήσεις), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική annonce * Η σημερινή σημασία της λέξης ως «διαφημιστική αγγελία» αποδίδει ξένους όρους, όπως advertisement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγελίααγγελίες
Γενικήαγγελίαςαγγελιών
Αιτιατικήαγγελίααγγελίες
Κλητικήαγγελίααγγελίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →