Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγνωστος

/ˈa.ɣno.stos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κάποιος άνθρωπος που δεν τον γνωρίζουμε· ένας ξένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άγνωστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄγνωστος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + γνωστός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάγνωστη / άγνωστος / άγνωστοάγνωστες / άγνωστοι / άγνωστα
Γενικήάγνωστης / άγνωστου / άγνωστουάγνωστων / άγνωστων / άγνωστων
Αιτιατικήάγνωστη / άγνωστο / άγνωστοάγνωστες / άγνωστους / άγνωστα
Κλητικήάγνωστη / άγνωστε / άγνωστοάγνωστες / άγνωστοι / άγνωστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άγνωστος

/ˈa.ɣno.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι γνωστός Βικιλεξικό
    • Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
  2. νομικός όροςδιάδικος ή μάρτυς αγνώστου διαμονής, ή διαθέτης ή κληρονόμος αγνώστων στοιχείων Βικιλεξικό
  3. ανακριτικήοποιοδήποτε άτομο όπου η εξακρίβωση στοιχείων ταυτότητάς του καθίσταται αδύνατη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άγνωστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄγνωστος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + γνωστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγνωστοςάγνωστηάγνωστο
Γενικήάγνωστουάγνωστηςάγνωστου
Αιτιατικήάγνωστοάγνωστηάγνωστο
Κλητικήάγνωστεάγνωστηάγνωστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγνωστοιάγνωστεςάγνωστα
Γενικήάγνωστωνάγνωστωνάγνωστων
Αιτιατικήάγνωστουςάγνωστεςάγνωστα
Κλητικήάγνωστοιάγνωστεςάγνωστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →