άθλιος
•
- που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα (όπως απόρριψη, αποστροφή, απέχθεια), πολύ κακός Βικιλεξικό
- οικείογια πρόσωπο που κάνει κάτι απροσδόκητο (αρνητική ή θετική σημασία) Βικιλεξικό
- Ρε άθλιε! τι πήγες κι έκανες; Μας κατέστρεψες.
- Βρε το άθλιο! βρε το ατιμούτσικο! πήρε άριστα στα μαθηματικά!
- δυστυχισμένος, ταλαίπωρος Βικιλεξικό
- που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση, ερειπωμένος ή κουρελιασμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άθλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄθλιος → και δείτε τη λέξη ἆθλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθλιος | άθλια | άθλιο |
| Γενική | άθλιου | άθλιας | άθλιου |
| Αιτιατική | άθλιο | άθλια | άθλιο |
| Κλητική | άθλιε | άθλια | άθλιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθλιοι | άθλιες | άθλια |
| Γενική | άθλιων | άθλιων | άθλιων |
| Αιτιατική | άθλιους | άθλιες | άθλια |
| Κλητική | άθλιοι | άθλιες | άθλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →