άθυρμα
•
- αρχαιολογίατο παιχνίδι στα αρχαία ελληνικά: ἄθυρμα Βικιλεξικό
- Ζωόμορφο άθυρμα. […] Πήλινο ειδώλιο σε μορφή χοίρου, που προφανώς χρησίμευε και ως κουδουνίστρα, αφού στο κοίλο εσωτερικό του υπάρχουν μικρές πέτρες ή σπόροι. Πρόκειται για συνήθη τύπο παιδικού παιχνιδιού που πιθανότατα παρήχθη σε εργαστήριο της Σαλαμίνας
- μεταφορικάο άνθρωπος που δεν έχει πρωτοβουλία, που είναι άβουλος, που είναι παίγνιο άλλου προσώπου ή καταστάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άθυρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄθυρμα < ἀθύρω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άθυρμα | αθύρματα |
| Γενική | αθύρματος | αθυρμάτων |
| Αιτιατική | άθυρμα | αθύρματα |
| Κλητική | άθυρμα | αθύρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →