άποικος
•
- ο κάτοικος μιας αποικίας Βικιλεξικό
- μετά τον Επταετή πόλεμο επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των Αμερικανών αποίκων και της Μεγάλης Βρετανίας
- αυτός που φεύγει από τη χώρα του για να ιδρύσει μαζί με άλλους μια αποικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άποικος < αρχαία ελληνική ἄποικος < ἀπό + οἶκος. Συγχρονικά αναλύεται σε άπ- + οίκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άποικος | άποικοι |
| Γενική | άποικου / αποίκου | αποίκων |
| Αιτιατική | άποικο | άποικους / αποίκους |
| Κλητική | άποικε | άποικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →