άρνηση
•
- η απόρριψη, η μη αποδοχή Βικιλεξικό
- άρνηση ψήφου
- λογικήμοναδιαίος τελεστής που μεταβάλει την αληθοτιμή μιάς λογικής πρότασης από 'Αληθής' σε 'Ψευδής' ή από 'Ψευδής' σε 'Αληθής' Βικιλεξικό
- Συμβολισμός: ¬, που σημαίνει ότι, αν η λογική πρόταση p είναι 'Αληθής', τότε η ¬p είναι 'Ψευδής' ή αν η p είναι 'Ψευδής', τότε η ¬p είναι 'Αληθής' και διαβάζεται «δεν ισχύει ότι p»
- Υπερώνυμο: λογικό συνδετικό
Ετυμολογία
άρνηση < αρνούμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρνηση | αρνήσεις |
| Γενική | άρνησης | αρνήσεων |
| Αιτιατική | άρνηση | αρνήσεις |
| Κλητική | άρνηση | αρνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →