Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έγερση

/ˈe.ʝeɾ.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγείρω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγείρω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έγερση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔγερ(σις) + -ση < ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέγερσηεγέρσεις
Γενικήέγερσηςεγέρσεων
Αιτιατικήέγερσηεγέρσεις
Κλητικήέγερσηεγέρσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →