έκνομος
•
- που βρίσκεται εκτός νόμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκνομος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκνομος (έξω απ' το νόμο) < ἐκ + νόμος < νέμω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκνομος | έκνομη | έκνομο |
| Γενική | έκνομου | έκνομης | έκνομου |
| Αιτιατική | έκνομο | έκνομη | έκνομο |
| Κλητική | έκνομε | έκνομη | έκνομο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκνομοι | έκνομες | έκνομα |
| Γενική | έκνομων | έκνομων | έκνομων |
| Αιτιατική | έκνομους | έκνομες | έκνομα |
| Κλητική | έκνομοι | έκνομες | έκνομα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →